Archive | Φεβρουαρίου 2017

Πώς υπολογίζουμε κάθε χρόνο πότε «πέφτει» το Πάσχα?

 

Το Πάσχα είναι κινητή γιορτή και γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας (με το παλαιό ημερολόγιο).
Αρχικά, η εορτή ορίσθηκε από τους Χριστιανούς, κατά τροποποίηση του εβραϊκού Πάσχα. Οι Εβραίοι γιόρταζαν το πέρασμα από την Ερυθρά θάλασσα με επικεφαλής τον Μωυσή την 14η μέρα του μήνα Νισάν, δηλαδή ανήμερα της πρώτης εαρινής πανσελήνου.
Οι πρώτοι Χριστιανοί συνήθιζαν να γιορτάζουν το Πάσχα μαζί με τους Εβραίους. Έγιναν πολλές συζητήσεις μεταξύ εκπροσώπων της Ανατολής και της Δύσης για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής ημέρας εορτασμού του Πάσχα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Θέλοντας, λοιπόν, οι Χριστιανοί να συνδέσουν το Πάσχα με την αναστάσιμη ημέρα, την Κυριακή, αποφάσισαν να το γιορτάζουν την πρώτη Κυριακή μετά την ανοιξιάτικη πανσέληνο ούτως ώστε να μην συμπίπτει με το εβραϊκό.
Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, που συνήλθε το έτος 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας, αποφάσισε, όπως γράφει ο ιστορικός της Εκκλησίας Ευσέβιος, «τήν ἁγιωτάτην τοῦ Πάσχα ἑορτήν μιᾷ καί τῇ αυτῇ ἡμέρᾳ συντελεῖσθαι. Οὐδέ γάρ πρέπει ἐν τοσαύτῃ ἁγιότητι εἶναι τινά διαφοράν» (PG 20, 1077).
Αποφασίστηκε να αποκλεισθεί ο συνεορτασμός του Πάσχα «μετά τῶν κυριοκτόνων» Ιουδαίων και «πάντες οἱ ἐξ Ἑώας ἀδελφοί», οι πιστοί δηλαδή της Ανατολής, να εορτάζουν το Πάσχα «σύμφωνα Ρωμαίοις», όπως στη Δύση. Καθορίστηκε δε ως ημέρα να είναι πάντοτε Κυριακή, και μάλιστα η Κυριακή, η οποία ακολουθεί την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Ανατέθηκε δε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, λόγω της καλλιέργειας των μαθηματικών και αστρονομικών επιστημών σ’ αυτή την πόλη, να γνωστοποιεί κάθε χρόνο με ειδικό γράμμα, το οποίο ονομαζόταν «πασχάλιον γράμμα», στις άλλες Εκκλησίες την ημέρα του εορτασμού του Πάσχα.
Με την αλλαγή του ημερολογίου το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, όπως και η Εκκλησία της Ελλάδος εγκολπώθηκαν και ακολούθησαν το νέο Ημερολόγιο, χωρίς όμως να θίξουν το Πασχάλιο. Τον καθορισμό του Πάσχα τον συνεχίζουν βάσει του παλαιού Ημερολογίου, γι’ αυτό και δεν συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα των Παπικών, οι οποίοι προσάρμοσαν το Πασχάλιο βάσει του νέου Ημερολογίου.
Σύμφωνα λοιπόν με το Πασχάλιο της Ορθοδοξίας, η ημερομηνία της εορτής του Πάσχα θα κυμαίνεται πάντοτε μεταξύ της 4ης Απριλίου και 8ης Μαΐου, με το νέο ημερολόγιο.
Σύμφωνα με την παράδοση κατά την ημέρα της Ανάστασης και του Πάσχα τα λαϊκά έθιμα περιλαμβάνουν δείπνο με κύριο φαγητό τη μαγειρίτσα, το βράδυ της Ανάστασης, το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών στο σπίτι ή έξω από την Εκκλησία, το «φιλί της αγάπης» την ώρα της Ανάστασης, το σούβλισμα του αρνιού κατά την Κυριακή του Πάσχα.
Πηγή: dogma.gr

Η φίλη μου η Κέιλα: Η παιδική κούκλα που απαγορεύτηκε στη Γερμανία ως κατάσκοπος

Μία παιδική κούκλα απαγορεύτηκε για τις «κατασκοπευτικές της ιδιότητες». Πώς το εξηγούν οι αρχές
 
Η Κέιλα, μια παιδική κούκλα που μιλά, απαγορεύτηκε από τις γερμανικές αρχές, καθώς το λογισμικό της μπορεί να χακαριστεί, εγείροντας έτσι κινδύνους για την ασφάλεια και για την προστασία προσωπικών δεδομένων.
 
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία ∆ικτύων συμβούλευσε τους γονείς που αγόρασαν την κούκλα για τα παιδιά τους να την καταστρέψουν.
«Η κούκλα Κέιλα απαγορεύεται στην Γερμανία», δήλωσε ο επικεφαλής της υπηρεσίας Γιόχεν Χόμαν. «Το μέτρο επιβάλλεται και για την προστασία των πιο αδύναμων μελών της κοινωνίας», πρόσθεσε.
Το λογισμικό που βρίσκεται εντός της παιδικής κούκλας –που δημιουργήθηκε από την αμερικάνικη εταιρεία Genesis Toys– επιτρέπει σε ένα παιδί να συνομιλεί μαζί της.
Αλλά όπως ανέφερε ο Χόμαν, το λογισμικό της Κέιλα θέτει κινδύνους κατασκοπείας και προσβολής της ιδιωτικής ζωής.
Ο ερευνητής Στεφάν Χέσελ, που εξέτασε το παιδικό παιχνίδι και ειδοποίησε την υπηρεσία, τόνισε πως μέσα από μια μη ασφαλή συσκευή τεχνολογίας Bluetooth, δίνεται η δυνατότητα σε τρίτους να ακούν και ακόμα και να μιλούν στο παιδί.
«Σε μια δοκιμή, κατόρθωσα να αποκτήσω πρόσβαση στο λογισμικό του παιχνιδιού ακόμη και από απόσταση αρκετών τοίχων. Το παιχνίδι δεν καλύπτει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ασφαλείας», τόνισε ο Χέσελ στον γερμανικό ιστότοπο Netzpolitik.
Δεν κατέστη εφικτή η επικοινωνία με την γερμανική εταιρεία διανομής του προϊόντος Vivid GmbH για κάποιο σχόλιο.
Η γερμανική κοινή γνώμη δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, καθώς ακόμη δεν έχουν σβήσει οι μνήμες της δράσης της ναζιστικής Γκεστάπο αλλά και της Στάζι, της ανατολικογερμανικής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας.
news247.gr /google.com/+grizosgatos

την Κυριακή 26 Φεβρουαρίου το 7ο Κυνήγι Θησαυρού

«ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΞΕΝΑΓΟΥ»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού (21 Φεβρουαρίου), το Σωματείο Διπλωματούχων Ξεναγών και ο Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ), διοργανώνει την Κυριακή 26 Φεβρουαρίου το 7ο Κυνήγι Θησαυρού, υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Τουρισμού, με σκοπό να προσκαλέσει τους Αθηναίους με τα παιδιά τους να ανακαλύψουν μουσεία και μνημεία της Αθήνας.

 Όσοι ολοκληρώσουν την αποστολή, θα κερδίζουν δωρεάν ξεναγήσεις που θα πραγματοποιηθούν την Κυριακή 5 Μαρτίου, ενώ οι μικροί μας φίλοι θα παραλάβουν πιστοποιητικό συμμετοχής. Η εκκίνηση-εγγραφή θα γίνει στό εστιατόριο Διόνυσος-Zonars στο πάρκιγκ της Ακρόπολης (Ροβέρτου Γκάλι 43), από τις 10 έως τις 12 το πρωί, και ο τερματισμός του κυνηγιού θα γίνει στο εστιατόριο–καφέ Meliartos, Ερμού 65 και Αιόλου. Το σωματείο μας ελπίζει ότι, όπως και τις προηγούμενες χρονιές, όλοι θα αγκαλιάσουν την προσπάθειά μας αυτή, για να γνωρίσουν περισσότεροι Αθηναίοι την ομορφιά και την σπουδαιότητα της ιστορίας της Αθήνας, να γνωρίσουν μια Αθήνα που δε μας πληγώνει, αλλά μας κάνει καλύτερους πολίτες.

Για οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση και επικοινωνία, είμαστε στη διάθεση σας.

Τηλέφωνο επικοινωνίας 6944 742251 Κρίτων Πιπέρας, πρόεδρος

Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

        Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                 Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

     ΚΡΙΤΩΝ ΠΙΠΕΡΑΣ                               ΛΙΝΑ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ

Επτάχρονη έστειλε γράμμα στη Google ζητώντας δουλειά και πήρε απάντηση

 

Ένα 7χρονο κορίτσι από το Χέρεφορντ των ΗΠΑ έγραψε μία επιστολή στην Google ζητώντας δουλειά και έλαβε απάντηση από τον ίδιο τον διευθύνοντα σύμβουλο.
Η Χλόη Μπριτζγουότερ απέστειλε μία χειρόγραφη επιστολή προς τον γίγαντα της τεχνολογίας στην οποία σημείωνε τις δεξιότητές της στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το ενδιαφέρον της για εργασία σε ένα μέρος «όπου μπορείς να καθίσεις πάνω σε πουφ και να κατέβεις σε άλλο όροφο με τσουλήθρα». Επίσης εκτός από τη Google θέλει να δουλέψει και σε εργοστάσιο σοκολάτας.
Η επιστολή, που δημοσιεύτηκε στο Business Insider, δείχνει τη θέληση της μικρής για μια θέση στην Google. Στην επιστολή της αναφέρει μεταξύ άλλων, πως έχει εμπειρία στη χρήση tablet, στα ρομποτικά παιχνίδια στον υπολογιστή, το κολύμπι, την ορθογραφία, την ανάγνωση και τις προσθαφαιρέσεις.
screen shot 2017-02-15 at 15949 pm
Αναφέρει επίσης και τις συστάσεις της: «Οι δάσκαλοί μου λένε στη μαμά και τον μπαμπά μου πως είμαι πολύ καλή στην τάξη».
«Ο μπαμπάς μου, μου είπε πως αν συνεχίσω να είμαι καλή και να μαθαίνω πράγματα, μία ημέρα θα είμαι σε θέση να δουλεύω στην Google» έγραψε η μικρή, προσθέτοντας πως δεν ξέρει τι είναι η αίτηση εργασίας, αλλά ελπίζει πως η επιστολή της θα είναι καλή προς το παρόν…
Η 7χρονη έλαβε απάντηση από τον ίδιο τον Σάνταρ Πικάι, σύμφωνα με ανάρτηση του πατέρα της Άντι Μπρίτζγουοτερ στο LinkedIn, που έχει γίνει viral.
58a53b7a54905720098b4d2b-800
«Πιστεύω πως αν συνεχίσεις να δουλεύεις σκληρά και να ακολουθείς τα όνειρά σου, μπορείς να πετύχεις ό,τι βάλεις στο μυαλό σου – από μια θέση εργασίας στην Google μέχρι την κολύμβηση στους Ολυμπιακούς Αγώνες» έγραψε στην επιστολή του ο διευθύνων σύμβουλος της Google.
«Ανυπομονώ να λάβω την αίτηση εργασίας σου όταν τελειώσεις το σχολείο» αναφέρει η επιστολή.
newsbeast.gr

ΕΝΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΩΝ

 

Μια αποκριάτικη συναυλία με έργα Σαιν-Σανς και Ντυκά

Τις φετινές Απόκριες, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών καλούν μικρούς και μεγάλους σε ένα «Καρναβάλι ζώων και άλλων φανταστικών πλασμάτων», την Κυριακή 19 Φεβρουαρίου, στις 11:30 το πρωί.

Οι ευφυείς και χιουμοριστικές μελωδίες του Σαιν-Σανς και του Ντυκά θα πλημμυρίσουν την Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης προκαλώντας το ακροατήριο να ταξιδέψει στη σφαίρα της φαντασίας και να γιορτάσει με μουσικές μεταμφιέσεις. Στο πρόγραμμα, το κοσμαγάπητο «Καρναβάλι των ζώων», ο «Μακάβριος χορός» του Καμίγ Σαιν-Σανς και ο «Μαθητευόμενος μάγος» του Πωλ Ντυκά.

Την εκδήλωση παρουσιάζει ο ηθοποιός Φάνης Μουρατίδης. Την επιμέλεια έχει ηΣοφία Τοπούζη, που υπογράφει επίσης τα κείμενα από κοινού με την Αλίκη Φιδετζή. Με τους μουσικούς της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, τους οποίους θα διευθύνει η Ζωή Τσόκανου, συμπράττουν οι πιανίστες Μάνος Κιτσικόπουλος καιΔημήτριος Μαρίνος. Την ορχήστρα, τους σολίστ και τον παρουσιαστή πλαισιώνουν δημιουργίες μαθητών του Εργαστηρίου Κινούμενης Εικόνας του CGS, με υπεύθυνο καθηγητή τον Μάρκο Μπλάτσιο.

Το πρόγραμμα, με μια ματιά

Το «Καρναβάλι των ζώων» [« Le carnaval des animaux »] του Camille Saint-Saëns[Καμίγ Σαιν-Σανς] (1835–1921) είναι μια ανάλαφρη μουσική σάτιρα που γράφτηκε το 1886 από τον γάλλο συνθέτη για έναν στενό κύκλο φίλων. Γνωστός για την αυστηρότητα και τον ακαδημαϊσμό του, ο Σαιν-Σανς είχε απαγορεύσει την έκδοση του έργου του, το οποίο παρουσιάστηκε δημόσια για πρώτη φορά δύο μόλις μήνες μετά τον θάνατό του. Το έργο αποτελείται από 14 μέρη –14 μικρές γελοιογραφίες, στις οποίες ο Σαιν-Σανς σατιρίζει μεγάλους συνθέτες και ερμηνευτές της εποχής του. Τα μέρη: 1. Εισαγωγή και βασιλικό εμβατήριο του λιονταριού, 2. Όρνιθες και πετεινοί, 3. Ασιατικά μουλάρια, 4. Χελώνες, 5. Ο ελέφαντας, 6. Καγκουρό, 7. Ενυδρείο, 8. Πρόσωπα με μακριά αυτιά, 9. Ο κούκος στα βάθη του δάσους, 10. Το κλουβί, 11. Πιανίστες, 12. Απολιθώματα, 13. Ο κύκνος, 14. Φινάλε.

Ο Σαιν-Σανς υπογράφει και τον «Μακάβριο χορό» έργο 40 [« Danse macabre »], μια από τις διασημότερες δημιουργίες του. Είναι ένα αλληγορικό συμφωνικό ποίημα για ορχήστρα (1874), που βασίζεται σε ποιητικό κείμενο εμπνευσμένο από τη γαλλική παράδοση της λεγόμενης «Μακάβριας Τέχνης» του ύστερου Μεσαίωνα, παράδοση που εκφράστηκε μέσα από την ποίηση, τη μουσική αλλά και το λαϊκό θέατρο εκείνης της εποχής. Η παράδοση αυτή συνδέεται και με τοHalloween, μιας γιορτής αφιερωμένης στα πνεύματα και τις ψυχές που μοιάζει με τις δικές μας Απόκριες και, εδώ και πολλά χρόνια, έχει ξεπεράσει τα σύνορα της αμερικανικής ηπείρου, αφού έχει διαδοθεί σε όλο τον κόσμο με μασκαρέματα, φάρσες και λιχουδιές. Μάλιστα, την παραμονή της γιορτής, μικροί και μεγάλοι γιορτάζουν χορεύοντας τον δικό τους μακάβριο χορό. Σε αυτή την ευφάνταστη και γεμάτη χιούμορ σύνθεση του Σαιν-Σανς, το κάθε μουσικό όργανο έχει και τον δικό του ρόλο: η άρπα αναλαμβάνει να σημάνει τους δώδεκα χτύπους του ρολογιού όταν έρχονται τα μεσάνυχτα· τα τσέλα αντιπροσωπεύουν τον Θάνατο που χορεύει βαλς· το ξυλόφωνο –το οποίο, πριν τον Σαιν-Σανς, δεν είχε θέση στα συμφωνικά σύνολα– παραπέμπει στον ήχο των σκελετών που στήνουν τον ξέφρενο μεταμεσονύκτιο χορό τους, ενώ ο ήχος των βιολιών θυμίζει τον παγερό άνεμο του χειμώνα.

Ο «Μαθητευόμενος μάγος» [« Le sorcier apprenti »], πασίγνωστος σε μικρούς και μεγάλους μουσικόφιλους από τη θρυλική «Φαντασία» (1940), την ταινία κινουμένων σχεδίων του Ουώλτ Ντίσνεϋ, είναι ένα συμφωνικό scherzo (1897) του Paul Dukas [Πωλ Ντυκά] (1865-1935) εμπνευσμένο από την ομώνυμη μπαλάντα του Γκαίτε που είχε γραφτεί έναν αιώνα νωρίτερα. Ένας γέρος μάγος αναθέτει στον πανέξυπνο και γεμάτο ζήλο μαθητευόμενό του να κουβαλήσει νερό με τους κουβάδες του και να γεμίσει μια μικρή δεξαμενή που βρίσκεται μέσα στο σπίτι του πολύπειρου δασκάλου. Ο νεαρός, θέλοντας να δοκιμάσει τις μαγικές δυνάμεις του και να γλιτώσει φυσικά την αγγαρεία, δίνει ζωή σε μια σκούπα και τη βάζει να κουβαλήσει νερό. Όμως, πολύ σύντομα, χάνει τον έλεγχο, αφού η σκούπα παύει να τον υπακούει. Εκείνος θα προσπαθήσει να την καταστρέψει με το τσεκούρι του, αλλά να που ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά του και μια δεύτερη σκούπα που κουβαλά κι αυτή νερό! Σε λίγο, όλο το σπίτι πλημμυρίζει! Το τέλος, πάντως, θα είναι αίσιο: καταφθάνει ο γερο δάσκαλος, κάνει τα μαγικά του, και… ούτε γάτα ούτε ζημιά.

πώς να εκπαιδεύσετε τον σκύλο σας όπως οι επαγγελματίες

 Αν σκέφτεστε να πάρετε σκύλο ή έχετε ήδη έναν, καλό θα ήταν να του μάθετε μερικές βασικές εντολές. Η εκπαίδευση της υπακοής, όχι μόνο βοηθάει στην ανατροφή ενός ευτυχισμένου και αφοσιωμένου φίλου, αλλά το σημαντικότερο είναι, ότι μπορεί να σώσει τη ζωή του αγαπημένου φίλου σας. Δείτε παρακάτω μερικές συμβουλές από τον διάσημο εκπαιδευτή σκύλων Σεζάρ Μιλάν. © depositphotos Όταν αποφασίσετε να αγοράσετε ή να υιοθετήσετε έναν σκύλο, πρέπει να έχετε υπόψιν σας ότι το πεπτικό τους σύστημα λειτουργεί πολύ γρήγορα. Οπότε, 15-30 λεπτά μετά το φαγητό τους νιώθουν την ανάγκη να ουρήσουν. Οπότε, πρέπει να τους πηγαίνετε συχνές βόλτες έξω. Σιγουρευτείτε, ότι ο σκύλος έχει ένα μέρος, το οποίο φαίνεται οικείο και μπορεί να κάνει την φυσική του ανάγκη. Κάθε πρωί να τον πηγαίνετε έξω στο ίδιο μέρος και την ίδια ώρα. Αν θυμώνετε επειδή ο σκύλος σας κάνει την ανάγκη παντού, νιώθει αγχωμένος και μαθαίνει λίγο. Χρησιμοποιήστε έναν φιλικό τόνο φωνής και να είστε υπομονετικοί. Όταν ο σκύλος έχει κάνει με επιτυχία την ανάγκη του είναι σημαντικό να τον επιβραβεύσετε. Μην τιμωρείτε τον σκύλο σας αν ξεπεράσει την επιτρεπόμενη περιοχή, απλά μετακινήστε τον εκεί κατευθείαν. Να θυμάστε, ότι αν θέλετε ο σκύλος σας να αποκτήσει μια συνήθεια είναι σημαντικό να δημιουργήσετε μια ρουτίνα με τις ίδιες ώρες και τις ίδιες περιοχές. © freepik Δεν σημαίνει, ότι θέλετε ο σκύλος σας να είναι ρομπότ, αλλά θα πρέπει να έχει μια ήρεμη συμπεριφορά και να κάθεται κάτω σε μερικές περιπτώσεις. Πώς να τον μάθετε: Κρατήστε μια λιχουδιά κοντά στο μύτη του σκύλου σας. Σηκώστε το χέρι σας ψηλά και αφήστε τον να το ακολουθήσει με το κεφάλι του. Καθώς, το κεφάλι του κινείτε προς τα πάνω, ο κορμός του θα κατεβαίνει. Όταν ο κορμός του θα είναι κάτω πείτε “Κάτσε” και δώστε του την λιχουδιά. Επαναλάβετε μερικές φορές μέχρι να το καταλάβει. © freepik Το “Έλα” είναι ίσως η πιο σημαντική εντολή που πρέπει να μάθει ο σκύλος σας. Δεν είναι σημαντική μόνο για λόγους συμπεριφοράς, αλλά και για λόγους ασφαλείας. Πώς να τη μάθετε στον σκύλο σας: Βάλτε ένα κολάρο και ένα λουρί στον σκύλο σας. Κατεβείτε στο επίπεδο του σκύλου και πείτε “Έλα”, τραβώντας ελαφρά το λουρί. Όταν έρθει επιβραβεύστε τον με μια λιχουδιά και τρυφερότητα. Όταν ο σκύλος σας έχει κατακτήσει αυτή την τεχνική, βγάλτε του το λουρί και το κολάρο. © freepik Αυτή η εντολή είναι πολύ σημαντική ειδικά αν θέλετε ο σκύλος σας να μείνει μακριά από φαγητά ή αντικείμενα που βρίσκονται στο έδαφος. Πώς να τη μάθετε στον σκύλο σας: Βάλτε μια λιχουδιά και στα δυο χέρια σας. Δείξτε στον σκύλο σας μια κλειστή παλάμη, με μια λιχουδιά μέσα και πείτε “Άστο”. Αφήστε τον να μυρίσει, να γλείψει ή να γαβγίσει στην παλάμη σας. Μόλις σταματήσει να προσπαθεί και αγνοεί την λιχουδιά, δώστε του την λιχουδιά από το άλλο χέρι. Επαναλάβετε μέχρι ο σκύλος να απομακρυνθεί από την πρώτη παλάμη, όταν λέτε “Άστο”. Επιβραβεύστε τον μόνο όταν απομακρύνεται από την πρώτη παλάμη και σας κοιτάζει. © freepik Αυτή η εντολή μαθαίνει στον σκύλο σας να παραμένει ήρεμος σε διάφορες καταστάσεις, όπως το να τρέχει πίσω από άλλα σκυλιά ή να πηδάει πάνω σε άλλους ανθρώπους. Πώς να εκπαιδεύσετε τον σκύλο σας: Για αρχή σιγουρευτείτε, ότι ο σκύλος σας έχει μάθει την εντολή “Κάτσε”. Ανοίξτε την παλάμη του χεριού μπροστά σας και πείτε “Μείνε”. Κάντε δυο βήματα πίσω και επιβραβεύσετε τον σκύλο σας με μια λιχουδιά και τρυφερότητα, αν μείνει. Σταδιακά αυξήστε τα βήματα που κάνετε και πάντα να επιβραβεύετε τον σκύλο σας για την προσπάθειά του. © freepik Είναι σημαντικό ο σκύλος σας να έχει τον δικό του χώρο για να κοιμάται, αλλά θα πρέπει να τον εκπαιδεύσετε να πηγαίνει εκεί. Πώς να εκπαιδεύσετε τον σκύλο σας: Πάρτε στον σκύλο σας ένα άνετο και ζεστό κρεβάτι. Προσθέστε κουβέρτες και μαξιλάρια για να το κάνετε ακόμα πιο άνετο. Οδηγήστε τον προς εκεί με μια λιχουδιά ή το αγαπημένο του παιχνίδι για να συνδέσει το κρεβάτι με μια θετική ανταμοιβή. Ο σκύλος πρέπει να αισθάνεται, ότι επέλεξε να κοιμηθεί σε αυτή την περιοχή. Αν θέλετε να μοιραστείτε το κρεβάτι σας με τον σκύλο σας, μην το κάνετε αμέσως. Περιμένετε μέχρι να είναι καλά εκπαιδευμένος. Δεν πρέπει να τον αφήνετε να έρχεται στο κρεβάτι απρόσκλητος. Αν θέλετε να αλλάξετε το μέρος που κοιμάται ο σκύλος σας, σιγουρευτείτε, ότι έχει αρκετό φαγητό και τρόπους άσκησης, καθώς αυτό θα τον βοηθήσει να προσαρμοστεί πιο εύκολα στην καινούργια περιοχή.

tilestwra.com

The Decline of Play and Rise in Children’s Mental Disorders

 
 
 
Inara Prusakova/Shutterstock
Source: Inara Prusakova/

Rates of depression and anxiety among young people in America have been increasing steadily for the past 50 to 70 years. Today, by at least some estimates, five to eight times as many high school and college students meet the criteria for diagnosis of major depression and/or anxiety disorder as was true half a century or more ago. This increased psychopathology is not the result of changed diagnostic criteria; it holds even when the measures and criteria are constant.

The most recent evidence for the sharp generational rise in young people’s depression, anxiety, and other mental disorders comes from a just-released study headed by Jean Twenge at San Diego State University.[1] Twenge and her colleagues took advantage of the fact that the Minnesota Multiphasic Personality Inventory (MMPI), a questionnaire used to assess a variety of mental disorders, has been given to large samples of college students throughout the United States going as far back as 1938, and the MMPI-A (the version used with younger adolescents) has been given to samples of high school students going as far back as 1951. The results are consistent with other studies, using a variety of indices, which also point to dramatic increases in anxiety and depression—in children as well as adolescents and young adults—over the last five or more decades.

We would like to think of history as progress, but if progress is measured in the mental health and happiness of young people, then we have been going backward at least since the early 1950s.

The question I want to address here is why.

The increased psychopathology seems to have nothing to do with realistic dangers and uncertainties in the larger world. The changes do not correlate with economic cycles, wars, or any of the other kinds of world events that people often talk about as affecting children’s mental states. Rates of anxiety and depression among children and adolescents were far lower during the Great Depression, World War II, the Cold War, and the turbulent 1960s and early ‘70s than they are today. The changes seem to have much more to do with the way young people view the world than with the way the world actually is.

Decline in Young People’s Sense of Personal Control Over Their Fate

One thing we know about anxiety and depression is that they correlate significantly with people’s sense of control or lack of control over their own lives. People who believe that they are in charge of their own fate are less likely to become anxious or depressed than those who believe that they are victims of circumstances beyond their control. You might think that the sense of personal control would have increased over the last several decades. Real progress has occurred in our ability to prevent and treat diseases; the old prejudices that limited people’s options because of race, gender, or sexual orientationhave diminished; and the average person is wealthier than in decades past. Yet the data indicate that young people’s belief that they have control over their own destinies has declined sharply over the decades.

The standard measure of sense of control is a questionnaire developed by Julien Rotter in the late 1950s called the Internal-External Locus of Control Scale. The questionnaire consists of 23 pairs of statements. One statement in each pair represents belief in an Internal locus of control (control by the person) and the other represents belief in an External locus of control (control by circumstances outside of the person). The person taking the test must decide which statement in each pair is more true. One pair, for example, is the following:

  • (a) I have found that what is going to happen will happen.
  • (b) Trusting to fate has never turned out as well for me as making a decision to take a definite course of action.

In this case, choice (a) represents an External locus of control and (b) represents an Internal locus of control.

Many studies over the years have shown that people who score toward the Internal end of Rotter’s scale fare better in life than do those who score toward the External end.[2] They are more likely to get good jobs that they enjoy, take care of their health, and play active roles in their communities—and they are less likely to become anxious or depressed.

In a research study published a few years ago, Twenge and her colleagues analyzed the results of many previous studies that used Rotter’s Scale with young people from 1960 through 2002.[3] They found that over this period average scores shifted dramatically—for children aged 9 to 14 as well as for college students—away from the Internal toward the External end of the scale. In fact, the shift was so great that the average young person in 2002 was more External than were 80% of young people in the 1960s. The rise in Externality on Rotter’s scale over the 42-year period showed the same linear trend as did the rise in depression and anxiety.  

[Correction: The locus of control data used by Twenge and her colleagues for children age 9 to 14 came from the Nowicki-Strickland Scale, developed by Bonnie Strickland and Steve Nowicki, not from the Rotter Scale. Their scale is similar to Rotter’s, but modified for use with children.]

It is reasonable to suggest that the rise of Externality (and decline of Internality) is causally related to the rise in anxiety and depression. When people believe that they have little or no control over their fate they become anxious: «Something terrible can happen to me at any time and I will be unable to do anything about it.» When the anxiety and sense of helplessness become too great people become depressed: «There is no use trying; I’m doomed.»

Shift Toward Extrinsic Goals, Away From Intrinsic Goals

Twenge’s own theory is that the generational increases in anxiety and depression are related to a shift from «intrinsic» to «extrinsic» goals.[1] Intrinsic goals are those that have to do with one’s own development as a person—such as becoming competent in endeavors of one’s choosing and developing a meaningful philosophy of life. Extrinsic goals, on the other hand, are those that have to do with material rewards and other people’s judgments. They include goals of high income, status, and good looks. Twenge cites evidence that young people today are, on average, more oriented toward extrinsic goals and less oriented toward intrinsic goals than they were in the past. For example, a annual poll of college freshmen shows that most students today list «being well off financially» as more important to them than «developing a meaningful philosophy of life»—the reverse was true in the 1960s and 1970s.[4]

The shift toward extrinsic goals could well be related causally to the shift toward an External locus of control. We have much less personal control over achievement of extrinsic goals than intrinsic goals. I can, through personal effort, quite definitely improve my competence, but that doesn’t guarantee that I’ll get rich. I can, through spiritualpractices or philosophical delving, find my own sense of meaning in life, but that doesn’t guarantee that people will find me more attractive or lavish praise on me. To the extent that my emotional sense of satisfaction comes from progress toward intrinsic goals I can control my emotional wellbeing. To the extent that my satisfaction comes from others’ judgments and rewards, I have much less control over my emotional state.

Twenge suggests that the shift from intrinsic to extrinsic goals represents a general shift toward a culture of materialism, transmitted through television and other media. Young people are exposed from birth to advertisements and other messages implying that happiness depends on good looks, popularity, and material goods. My guess is that Twenge is at least partly correct on this, but I will suggest a further cause, which I think is even more significant and basic: My hypothesis is that the generational increases in Externality, extrinsic goals, anxiety, and depression are all caused largely by the decline, over that same period, in opportunities for free play and the increased time and weight given to schooling.

How the Decline of Free Play May Have Caused a Decline in Sense of Control and in Intrinsic Goals, and a Rise in Anxiety and Depression

As I pointed out here and here—and as others have pointed out in recent popular books[5]—children’s freedom to play and explore on their own, independent of direct adult guidance and direction, has declined greatly in recent decades. Free play and exploration are, historically, the means by which children learn to solve their own problems, control their own lives, develop their own interests, and become competent in pursuit of their own interests. This has been the theme of many of my previous posts. (See, for example, the series of posts on «The Value of Play.») In fact, play, by definition, is activity controlled and directed by the players; and play, by definition, is directed toward intrinsic rather than extrinsic goals

By depriving children of opportunities to play on their own, away from direct adult supervision and control, we are depriving them of opportunities to learn how to take control of their own lives. We may think we are protecting them, but in fact we are diminishing their joy, diminishing their sense of self-control, preventing them from discovering and exploring the endeavors they would most love, and increasing the odds that they will suffer from anxiety, depression, and other disorders.

How Coercive Schooling Deprives Young People of Personal Control, Directs Them Toward Extrinsic Goals, and Promotes Anxiety and Depression

Oko Laa/Shutterstock
Source: Oko Laa/Shutterstock

During the same half-century or more that free play has declined, school and school-like activities (such as lessons out of school and adult-directed sports) have risen continuously in prominence. Children today spend more hours per day, days per year, and years of their life in school than ever before. More weight is given to tests and grades than ever. Outside of school, children spend more time than ever in settings in which they are directed, protected, catered to, ranked, judged, and rewarded by adults. In all of these settings adults are in control, not children.

In school, children learn quickly that their own choices of activities and their own judgments of competence don’t count; what matters are the teachers’ choices and judgments. Teachers are not entirely predictable: You may study hard and still get a poor grade because you didn’t figure out exactly what the teacher wanted you to study or guess correctly what questions he or she would ask. The goal in class, in the minds of the great majority of students, is not competence but good grades. Given a choice between really learning a subject and getting an A, the great majority of students would, without hesitation, pick the latter. That is true at every stage in the educational process, at least up to the level of graduate school. That’s not the fault of students; that’s our fault. We’ve set it up that way. Our system of constant testing and evaluation in school—which becomes increasingly intense with every passing year—is a system that very clearly substitutes extrinsic rewards and goals for intrinsic ones. It is almost designed to produce anxiety and depression.[6]

School is also a place where children have little choice about with whom they can associate. They are herded into spaces filled with other children that they did not choose, and they must spend a good portion of each school day in those spaces. In free play, children who feel harassed or bullied can leave the situation and find another group that is more compatible; in school they cannot. Whether the bullies are other students or teachers (which is all too common), the child usually has no choice but to face those persons day after day.

The results are sometimes disastrous.

A few years ago, Mihaly Csikszentmihalyi and Jeremy Hunter conducted a study of happiness and unhappiness in public school students in 6th through 12th grade.[7] Each of 828 participants, from 33 different schools in 12 different communities across the country, wore a special wristwatch for a week, programmed to provide a signal at random times between 7:30 am and 10:30 pm. Whenever the signal went off participants filled out a questionnaire indicating where they were, what they were doing, and how happy or unhappy they were at the moment.

The lowest levels of happiness by far (surprise, surprise) occurred when children were at school, and the highest levels occurred when they were out of school and conversing or playing with friends. Time spent with parents fell in the middle of the range. Average happiness increased on weekends, but then plummeted from late Sunday afternoon through the evening, in anticipation of the coming school week.

As a society we have come to the conclusion that children must spend increasing amounts of time in the very setting where they least want to be. The cost of that belief, as measured by the happiness and mental health of our children, is enormous.

It is time to re-think education.

Another Way

Anyone who looks honestly at the experiences of students at Sudbury model democratic schools and of unschoolers—where freedom, play, and self-directed exploration prevail—knows that there is another way. We don’t need to drive kids crazy to educate them. Given freedom and opportunity, without coercion, young people educate themselves. They do so joyfully, and in the process develop intrinsic values, personal self-control, and emotional wellbeing. That’s the overriding message of the whole series of essays in this blog. It’s time for society to take an honest look.

In my last post I invited readers to submit their stories of self-directed education, and many of you have responded. That invitation is still open, but please respond soon. Over the next several weeks I will post essays about how children learn to read through their self-directed play and exploration, how and why they learn math, and how they develop special interests and skills that lead eventually to careers.

Stay tuned.

See new book, Free to Learn
 

Basic Books, with permission
Source: Basic Books, with permission

Notes

[1] Twenge, J., et al., (2010). Birth cohort increases in psychopathology among young Americans, 1938-2007: A cross-temporal meta-analysis of the MMPI. In press, Clinical Psychology Review 30, 145-154.
[2] For references, see Twenge et al. (2004).
[3] Twenge, J. et al. (2004). Its beyond my control: A cross-temporal meta-analysis of increasing externality in locus of control, 1960-2002. Personality and Social Psychology Review, 8, 308-319.
[4] Pryor, J. H., et al. (2007). The American freshman: Forty-year trends, 1966-2006. Los Angeles: Higher Education Research Institute.
[5] Examples of such books are Hara Estroff Marano’s A Nation of Wimps and Lenore Skenazy’s Free Range Kids.
[6] Consistent with this claim is evidence that the more academically competitive the school, the greater is the incidence of student depression. Herman, K. C., et al. (2009). Childhood depression: Rethinking the role of school. Psychology in the Schools, 46, 433-446.
[7] Csikszentmihalyi, M., & Hunter, J. (2003). Happiness in everyday life: The uses of experience sampling. Journal of Happiness Studies, 4, 185-199.

.psychologytoday.com